Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ στις 31/12/2001
Κρίση σε ένα σύστημα υγείας προκαλείται από την επίδραση ενός απροσδόκητου συμβάντος με αποτελέσμα τον περιορισμό της διαθεσιμότητας των υγειονομικών υπηρεσιών ή τη μεγάλη και ξαφνική αύξηση της ζήτησης των υπηρεσιών υγείας.
Συχνά, ως πρώτη αντίδραση στην κρίση, οι κυβερνήσεις περιορίζουν αυθαίρετα τους υγειονομικούς προϋπολογισμούς χωρίς ταυτόχρονη προσπάθεια να αυξηθεί η αποδοτικότητα στη χρήση των πόρων. Αυτό ακριβώς συνέβη και στο ελληνικό σύστημα υγείας.
Η βιβλιογραφία βρίθει παραδειγμάτων όπου η συρρίκνωση της δημόσιας χρηματοδότησης για τον υγειονομικό τομέα μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον αύξηση των ιδιωτικών δαπανών και κυρίως των δαπανών των νοικοκυριών και μακροπρόθεσμα σε αύξηση του υγειονομικού κόστους. Ταυτόχρονα, τίθεται σε κίνδυνο η ισότιμη πρόσβαση των πολιτών στο σύστημα υγείας και η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Οι πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, περικοπές στους προϋπολογισμούς υγείας, αύξηση των εισφορών εργοδοτών και εργαζομένων και αύξηση της συμμετοχής των χρηστών στο κόστος των υπηρεσιών υγείας. Τέτοιες πολιτικές μπορεί να οδηγήσουν σε επιδείνωση της κατάστασης της υγείας των πολιτών και σε περισσότερες δαπάνες υγείας στο μέλλον δεδομένου ότι, αυξάνεται η δαπάνη για επείγουσα φροντίδα υγείας έναντι των δαπανών για πρόληψη και πρωτοβάθμια φροντίδα που δυνητικά οδηγούν σε συγκράτηση των συνολικών δαπανών υγείας.
Η επίπτωση της οικονομικής κρίσης στο σύστημα υγείας είναι εμφανής. Καταρχήν, οι προϊπολογισμοί των νοσοκομείων μειώθηκαν μέχρι και 40%. Το 2010, σε σχέση με το 2009, αυξήθηκαν οι εισαγωγές στα νοσοκομεία κατά 24% και κατά 8% το πρώτο εξάμηνο του 2011 σε σχέση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2010. Σημαντικός αριθμός ανθρώπων δεν επισκέπτονται πλέον το γιατρό, παρότι υπάρχει ανάγκη (αύξηση κατά 15% μεταξύ 2007 και 2009). Παρατηρήθηκε επίσης σημαντική αύξηση των χρηστών απαγορευμένων ουσιών και των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Μάλιστα, η αύξηση των κρουσμάτων aids το 2011 ξεπέρασε το 50% σε σχέση με το 2010. Οι αυξήσεις αυτές δεν είναι άσχετες με τις περικοπές του ενός τρίτου των ανοικτών προγραμμάτων στην κοινότητα.
Επιπλέον, αυξήθηκαν οι επισκέψεις σε ιατρεία Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Σύμφωνα με τους Ιατρούς του Κόσμου, ο αριθμός των Ελλήνων σε σχέση με το συνολικό αριθμό ανθρώπων που αναζητούν υπηρεσίες υγείας σε τέτοιους Οργανισμούς, ανέρχεται σήμερα στο 30% σε σχέση με 3-4% το 2007.
Πρέπει άμεσα να ληφθούν μέτρα αναστροφής αυτής της κατάστασης που θα διασφαλίζουν ένα αποδεκτό επίπεδο παροχής υπηρεσιών υγείας στον πληθυσμό. Μεταξύ άλλων, απαιτούνται μέτρα αύξησης του βαθμού χρήσης των εξωνοσοκομειακών υπηρεσιών έναντι των νοσοκομειακών υπηρεσιών όπου είναι εφικτό. Να προστατευθεί καθ´ οιονδήποτε τρόπο η πρόσβαση ευπαθών ομάδων του πληθυσμού σε υγειονομικές υπηρεσίες. Να χρησιμοποιηθούν εργαλεία αξιολόγησης της τεχνολογίας υγείας. Να εξασφαλιστούν τα αναγκαία ιατροτεχνολογικά προϊόντα και φάρμακα για την ασφαλή λειτουργία των νοσοκομείων. Να εξορθολογιστεί η φαρμακευτική δαπάνη και η δαπάνη για ιατρικές πράξεις και διαγνωστικές εξετάσεις και να ληφθούν μέτρα διατήρησης και ενίσχυσης του ανθρώπινου δυναμικού στον υγειονομικό τομέα.
Οι οριζόντιες περικοπές μόνο τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα μπορούν να επιφέρουν. Απαιτείται μία συνολική προσέγγιση του ζητήματος και λήψη μέτρων που θα προάγουν την αποδοτικότητα των διαθέσιμων πόρων και τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας στο σύστημα υγείας.
(*) ο Βασίλης Κοντοζαμάνης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων, πρώην Πρόεδρος ΕΟΦ, πολιτευτής ΝΔ Αρκαδίας.

 


Comments are closed.